Η γλώσσα της..οικοδομής

αλέ-ρετούρ: διακόπτης που ελέγχει το ίδιο κύκλωμα (συνήθως φωτισμού) με τουλάχιστον άλλον έναν διακόπτη, ώστε να ανοίγει το κύκλωμα ο ένας και να το κλείνει ο άλλος.

Αλφάδι-ά: α. εργαλείο εύρεσης της οριζοντίου ή της κατακορύφου με τη χρήση φυσαλίδων β. η οριζόντια γραμμή σε σχέση με ένα σύστημα αναφοράς.

αναμονές (στον οπλισμό): κομμάτια από κολωνοσίδερα που εξέχει από το μπετόν της προηγούμενης σκυροδέτησης με σκοπό να οπλίσει το μπετόν της επόμενης.

ανεστραμμένη δοκός: δοκός που δεν έχει κρέμαση, αλλά εξέχει πάνω από την πλάκα την οποία ενισχύει.

αντικειμενική αξία: μέγεθος που καθορίζεται από την πολιτεία για φορολογικούς λόγους. Είναι μικρότερη, κατά πλείστον, από την πραγματική αξία.

αντισεισμικός αρμός: κενό (συνήθως γεμίζουμε με φελιζόλ) ανάμεσα σε δύο διαφορετικές κατασκευές. Χρειαζόμαστε αυτό τον αρμό γιατί η κάθε κατασκευή στον σεισμό θα έχει διαφορετική ταλάντωση και έτσι αποφεύγονται άμμεσες επαφές.

αντισεισμικός θώρακας: είδος τσερκιού που χρησιμοποιείται αντί για το κοινό τσέρκι σε κολώνες και δοκάρια. Ο θώρακας αποτελείται από ένα μονοκόμματο σίδερο διπλωμένο σαν σπιράλ. Αυτό το μονοκόμματο σίδερο τυλίγει τα κολωνοσίδερα. Είναι λίγο ακριβότερο από τα μεμονωμένα τσέρκια.

αντλία μπετόν: αλλιώς η πρέσα. (μηχάνημα)

αποστάτης: πλαστικό στοιχείο για τη εξασφάλιση απόστασης ανάμεσα στο καλούπι του μπετόν και τον οπλισμό.

ασβέστης: άσπρο υλικό – πολτός που χρησιμοποιείται σαν συγκολλητικό υλικό στο σοβάτισμα.

αστάρι: στρώση του ομώνυμου υλικού που σκοπό έχει να γεμίσει τους πόρους του τοίχου ώστε να καλύπτεται σωστά, κατά το βάψιμο, από το υλικό βαφής.

ασφαλτόπανο: μονωτικό υλικό που χρησιμοποιείται για υγρομονώσεις σε σκεπές και δώματα. Υπάρχει σε διάφορα πάχη και ποιότητες.

αφρομπετόν: είδος σκυροδέματος.

βαρέλα: η μπετονιέρα. Μηχάνημα μεταφοράς – παραγωγής σκυροδέματος.

bobcat: μικρός φορτωτής, χρησιμοποιείται για χωματουργικές εργασίες.

γαρμπίλι: αδρανές υλικό με διάσταση 8-15 χιλιοστά περίπου.

γερανός: ανυψωτικό μηχάνημα. Οι γερανοί που χρησιμοποιούνται στην οικοδομή είναι:

  • ο οικοδομικός γερανός,
  • ο τηλεσκοπικός γερανός και
  • ο παπαγάλος.

container: κάδος αποκομιδής μπαζών.

δαχτυλίδι: προκατασκευασμένο κυλινδρικό στοιχείο διαφόρων διαμέτρων που χρησιμοποιείτε για την κατασκευή βόθρου.

δοκός – άρι: στατικό στοιχείο μιας κατασκευής. Τα δοκάρια σε συνδυασμό με τις κολώνες και τις πλάκες, σχηματίζουν τον σκελετό της κατασκευής.

δοκίμιο: δείγμα από ρευστό σκυρόδεμα για εργαστηριακό έλεγχο της αντοχής του στη θλίψη.

δονητής: ειδικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για τη συμπύκνωση του χυτευόμενου σκυροδέματος. Το άκρο του (μαρκούτσι) δονείται ώστε ερχόμενο σε επαφή με το σκυρόδεμα, το τελευταίο να καταλαμβάνει τα οποιαδήποτε κενά μέσα στο καλούπι και να συμπυκνώνεται. Έτσι χυτεύεται σωστά και φτάνει τις τιμές της αντοχής σύμφωνα με τις προδιαγραφές του. Η σημασία της δόνησης είναι μεγάλη και δεν πρέπει να αμελείται σε καμία περίπτωση.

dow: μονωτικά υλικά από πολυστερίνη που οφείλουν το όνομα τους στην ομώνυμη αμερικανική βιομηχανία χημικών που τα εφηύρε.

drainage: σύστημα αποστράγγισης εξωτερικά των περιμετρικών τοιχίων των υπογείων όταν υπάρχει ο κίνδυνος υγρασίων.

δράπανο: ηλεκτρικό εργαλείο σε σχήμα πιστολιού που παίρνει διάφορα εξαρτήματα στο μπροστινό του μέρος ώστε να μπορεί να τρυπήσει, τρίψει ή κόψει επιφάνειες (τρυπάνι).

δρομική: τρόπος κατασκευής τοιχοποιίας όπου τα τούβλα τοποθετούνται στη σειρά. Σε κάθε επόμενη σειρά το τούβλο αρχίζει στη μέση του τούβλου της αποκάτω σειράς. Έτσι τα τούβλα πλέκουν μεταξύ τους και η τοιχοποιία έχει μεγαλύτερη αντοχή.

δώμα: η ταράτσα

εκτάριο: επιφάνεια γης εμβαδού 10.000 τετραγωνικών μέτρων ή 10 στρεμμάτων.

ελαφρομπετόν: είδος σκυροδέματος.

ελικοπτεράκι: εργαλείο που χρησιμοποιείται για την λείανση ενός βιομηχανικού δαπέδου.

εξώστης: το μπαλκόνι.

επίχρισμα: οποιαδήποτε λεπτή στρώση υλικού,π.χ. ο σοβάς.

ζύγι: εργαλείο για την εξεύρεση της κατακορύφου.

ημιυπαίθριος χώρος: ένας στεγασμένος χώρος που έχει τρεις πλευρές κλειστές με τοίχους και την μία  πλευρά του ανοιχτή.

ικριώματα: οι σκαλωσιές και τα πλαίσια που χρησιμοποιούνται για το καλούπωμα του φέροντος οργανισμού.

καθαριότητας (μπετόν): το πρώτο σκυρόδεμα που ρίχνουμε πάνω στο χώμα ενός σκάμματος (ταμπάνι). Απαραίτητο για τρεις τουλάχιστον λόγους: α. ώστε να μην ακουμπήσουμε στην συνέχεια τα σίδερα πάνω στο χώμα, β. για να χαράξουμε σε σταθερό υλικό τις κολώνες και τα τοιχία της οικοδομής και γ. στην περίπτωση που θα πέσει μια βροχή δεν θα γεμίσει το σκάμμα μας με λάσπες.

καπέλο: το τελείωμα της καμινάδας.

καρότο: δοκίμιο σε κυλινδρικό σχήμα που το παίρνουμε από την οικοδομή για έλεγχο αντοχής του σκυροδέματος στο εργαστήριο.

καρούτα: χώρος για να τοποθετηθεί χύμα ασβέστης για σοβάτισμα.

κολώνα: στατικό στοιχείο μιας κατασκευής. Οι κολώνες σε συνδυασμό με τα δοκάρια και τις πλάκες, σχηματίζουν τον σκελετό της κατασκευής.

κορνίζα: κατάλληλα κομμένο φελιζόλ που τοποθετείται μέσα στο καλούπι του μπετόν πριν το σιδέρωμα και τη χύτευση για να δημιουργήσει ένα σχήμα συνήθως στις ακμές ενός προβόλου όταν αφαιρεθεί το καλούπι, Έτσι ονομάζεται και το αποτέλεσμα που εμφανίζεται.

κορφιάς: η ευθεία που δημιουργείται από την τομή των κεκλιμένων επιπέδων μιας σκεπής.

κούτελο: το τοιχίο μικρού ύψους περιμετρικά ενός δώματος ή ενός μπαλκονιού.

κουφώματα: τα παράθυρα και οι πόρτες σε μία οικοδομή. Έτσι ονομάζονται και τα κενά στην τοιχοποιία ακόμα κ πριν την τοποθέτηση παραθύρων και πορτών.

κροκάλα: αδρανές υλικό με διάσταση 80 – 150 χιλιοστά περίπου.

λαμπάς: χτίσιμο μικρού πλάτους για να περιοριστεί το άνοιγμα ανάμεσα στις κολώνες. Ουσιαστικά είναι τοιχοποιία απλά ονομάζεται διαφορετικά λόγω του μικρού πλάτους.

λατάκι – μπαγάς – μαδέρι: α. κομμάτι ξύλου τετραγωνικής διατομής που χρησιμοποιείται στο καλούπωμα. β. λατάκι μικρού μήκους γ. ομοίως αλλά το μήκος τους είναι μικρότερο και από του μπαγά.

λιστέλο: πλακάκια που έχουν συνήθως το ίδιο μήκος με τα υπόλοιπα που θα χρησιμοποιηθούν αλλά μικρότερο πλάτος. Τοποθετούνται ψηλά ή χαμηλά σε ένα τοίχο για λόγους αισθητικής. Είναι καθαρά διακοσμητικά και η τιμή τους είναι αρκετά τσιμπημένη σε σχέση με τα υπόλοιπα.

μάρμαρο: το γνωστό πέτρωμα και η σκόνη του. Επίσης η τελευταία στρώση του σοβατίσματος.

μαρμαροποδιά: μάρμαρο μικρού πάχους που τοποθετείται στο κάτω μέρος ανοιγμάτων (παράθυρα, πόρτες, μπαλκονόπορτες).

Μερεμέτι -α: μικρού μεγέθους επισκευαστικές εργασίες. Τα μερεμέτια είναι ανεπιθύμητα λόγω της υψηλής τιμής που θα ακούσετε σε σχέση με την ποσότητα εργασίας που θα γίνει.

μονοκάλουπο: τοιχίο ή κολώνα που δεν έχει καλούπι και από τις δύο πλευρές γιατί δεν ήταν εφικτό. π.χ. στις μεσοτοιχίες με όμορες οικοδομές.

μονοσωλήνιο: σύστημα τροφοδοσίας των καλοριφέρ με ζεστό νερό.

μπατική: τρόπος κατασκευής τοιχοποιίας όπου η κάθε σειρά από τούβλα περιέχει δυο τούβλα παράλληλα με το μήκος του τοίχου και μετά ένα τούβλο εγκάρσια προς το μήκος του τοίχου. Το ελάχιστο πάχος ενός τοίχου χτισμένου μ’ αυτό τον τρόπο είναι δύο τούβλα.

μπετόν αρμέ: οπλισμένο μπετόν (προσθήκη σιδήρου).

νευρομετάλ: γαλβανισμένο πλέγμα  που χρησιμοποιείται για την ενίσχυση της λάσπης στο σοβάτισμα, όπου αυτή πρέπει να έχει μεγαλύτερο από το συνηθισμένο πάχος των 2-3εκ.. Συνήθως ντύνουμε με τέτοιο σωλήνες αποχετεύσεων.

οικοδομική γραμμή: η γραμμή εκείνη πέρα από την οποία δεν επιτρέπεται να χτίσουμε.

όμορος: αυτός που έχει κοινά όρια.

οπτόπλινθος: τούβλο με τρύπες.

παρετίνα: ειδικός στόκος.

πέδιλο: τρόπος θεμελίωσης (ένας από τους τρεις).

πεδιλοδοκοί: τρόπος θεμελίωσης (ένας από τους τρεις).

περασιά: νοητή ευθεία με βάση κάποιο σημείο αναφοράς.

περλομπετόν: είδος σκυροδέματος.

pilotis: η κατασκευή εκείνη που στηρίζει ένα οικοδόμημα πάνω σε κολώνες διατηρώντας το ισόγειο κενό κατά τ’ άλλα και ελεύθερο για χρήσεις όπως χώρους στάθμευσης.

πλάκα: στατικό στοιχείο μιας κατασκευής. Οι πλάκες σε συνδυασμό με τις κολώνες και τα δοκάρια, σχηματίζουν τον σκελετό της κατασκευής

πλάκα σάντουιτς: είδος πλάκας από οπλισμένο σκυρόδεμα, χωρίς δοκάρια. Η πλάκα αυτού του τύπου έχει πάχος 25εκ. τουλάχιστον και δύο στρώσεις μπετόν (μία πάνω και μία κάτω). Το πλεονέκτημα της πλάκας αυτής είναι ότι αποφεύγουμε τις κρεμάσεις των δοκαριών. Το μειονέκτημά της είναι ότι στοιχίζει περισσότερο και επίσης ότι μειώνει το διαθέσιμο ύψος κατά 10-15εκ.

ποταμός: κανάλι ή προεξοχή συνήθως στην κάτω πλευρά ενός μπαλκονιού ώστε τα νερά της βροχής να μην μπορούν να προχωρήσουν προς το εσωτερικό του μπαλκονιού αλλά να στάζουν στο σημείο του ποταμού. Γίνεται και στις μαρμαροποδιές.

πραγματική αξία: η αξία ενός ακινήτου για αγορά ή πώληση.

πρασιά: η λωρίδα εκείνη του οικοπέδου μας που βρίσκεται ανάμεσα στην οικοδομική και ρυμοτομική γραμμή.

ράμμα: ο σπάγκος. Χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό ευθειών, οριζοντίου ή κατακορύφου.

ραντιέ: ένας από τους τρεις τρόπους θεμελίωσης.

ρευστοποιητής: ειδικό πρόσθετο για να αυξάνεται η εργασιμότητα του σκυροδέματος. Προστίθεται στο υγρό σκυρόδεμα μέσα στη βαρέλα και απαιτείται ανάδευση. Απαραίτητο πλέον σχεδόν για όλες τις σκυροδετήσεις.

ριζόκομα: τα κατακόρυφα τοιχώματα ή επιφάνειες ενός σκάμματος.

ρίχτι: το κατακόρυφο επαναλαμβανόμενο κομμάτι μιας σκάλας. Μία σκάλα έχει ρίχτια και πατήματα (εκεί που πατάει το πόδι μας όταν ανεβαίνουμε).

ρύση: απόκλιση από το οριζόντιο, προκειμένου να απορρέουν τα όμβρια νερά . Συνήθως στα μπαλκόνια, στα μπάνια και στα δώματα.

ρυμοτομική γραμμή: η γραμμή εκείνη που χωρίζει το οικόπεδό μας από τον δρόμο. Το πεζοδρόμιο περιλαμβάνεται στο δρόμο.

σενάζ: λεπτό δοκάρι από οπλισμένο σκυρόδεμα, χυτευμένο πάνω σε τοιχίο από τούβλα. Σε έναν τοίχο από τούβλα το πρώτο σενάζ πέφτει στο 1,20μ από το δάπεδο και το επόμενο μετά από άλλο τόσο. Όταν έχουμε κουφώματα το σενάζ τοποθετείται πάνω από το κούφωμα και λέγεται πρέκι.

σεντόνι: τρόπος επιμέτρησης εργασιών (συνήθως τοιχοποιίας, σοβατίσματος), όπου τα μικρά ανοίγματα κάτω του 1-2 μ πλάτους, δεν αφαιρούνται καθόλου από την επιμέτρηση. Ο λόγος που γίνεται αυτό είναι ότι ο χρόνος που χρειάζεται για να χτίσει ο μάστορας ένα άνοιγμα, είναι περισσότερος από τον χρόνο που θα χρειαζόταν αν το άνοιγμα δεν υπήρχε.

σιδέρωμα: η κοπή, διαμόρφωση και τοποθέτηση του οικοδομικού χάλυβα μέσα στα καλούπια. Οι ποσότητες και ο τρόπος λαμβάνονται από την στατική μελέτη της οικοδομής. Φωτογραφίες μπορείται να βρείτε σε κάποια απο τα οικοδομικά μας έργα.

σκύρο: αδρανές υλικό με διάσταση 30-60 χιλιοστά.

σκυρόδεμα: το μείγμα νερού, αδρανών υλικών και τσιμέντου.

σοβατεπί: στενή λωρίδα πλάτους 5-8εκατοστά, στο κάτω μέρος ενός τοίχου από το ίδιο υλικό που είναι το δάπεδο. Το σοβατεπί τοποθετείται με σκοπό την αρμοκάλυψη, δηλαδή για να μην κολλήσει το υλικό του δαπέδου στους τοίχους ώστε να είναι εφικτή η συστολή – διαστολή του υλικού.

σπάω χαρμάνι: κάνω την ανάμειξη των υλικών για δημιουργία σκυροδέματος με το χέρι κι όχι με μπετονιέρα.

σταμπωτό: είδος τελικής επιφάνειας όπου με την χρησιμοποίηση ειδικής φόρμας. Λόγω της φόρμας δίνεται η εικόνα ότι είναι κατασκευασμένο από πέτρες ή τούβλα.

σταυρουδάκια: πλαστικοί αποστάτες σε σχήμα σταυρού που εξασφαλίζουν την σωστή αρμολόγηση του πλακιδίου ή του υαλότουβλου, δηλαδή σταθερό πάχος αρμού.

στρέμμα: επιφάνεια γης εμβαδού 1.000 τετραγωνικών μέτρων.

συνδετήρες – τσέρκια: το κομμάτι του οπλισμού μιας κολώνας ή ενός δοκαριού που δένει τα κυρίως σίδερα για μεγαλύτερη αντίσταση στο σεισμό.

σφήνωμα: η τελευταία σειρά από τούβλα σε ένα τοίχο, τα οποία τοποθετούνται λοξά κι όχι οριζόντια. Το σφήνωμα είναι απολύτως απαραίτητο σε μία τοιχοποιία και χωρίς αυτό ο τοίχος θα είχε πολύ χαλαρή σύνδεση με το δοκάρι.

σφυρί: μηχάνημα χωματουργικών εργασιών. Είναι ουσιαστικά μία τσάπα που αντί για κουβά στην άκρη, έχει ένα βελόνι που χρησιμοποιείται για κατεδαφίσεις και σπασίματα υλικών.

ταμπάνι: το δάπεδο ενός σκάμματος.

τουβλίνα: τούβλο από το ίδιο υλικό όπως και τα κοινά τούβλα, με μεγαλύτερες όμως διαστάσεις και ορθογωνικής διατομής τρύπες. Παράγεται σε διάφορα μεγέθη.

τσιμεντόλιθος: δομικό στοιχείο από μπετόν. Χρησιμοποιούνται στην κατασκευή μικρών αποθηκών ή και μαντρότοιχων.

ytong: δομικό στοιχείο από πορομπετόν. Είναι ελαφρύτερο από το συνηθισμένο τούβλο με ικανή θλιπτική αντοχή και καλές θερμομονωτικές ιδιότητες.

φορούσι: δοκάρι που στην μία του άκρη δεν στηρίζεται πάνω σε κολώνα.

φορτωτής: μηχάνημα χωματουργικών εργασιών που χρησιμοποιείται για την φόρτωση υλικών στα φορτηγά.

χαλίκι: αδρανές υλικό με διάσταση 15-30 χιλιοστά.

χαρμάνι: το μείγμα γενικά, συνήθως το μείγμα κονιάματος ή σκυροδέματος.

ψαροκόκκαλο: τύπος αντιολισθητικής επιφάνειας που κατασκευάζεται με την χρήση τσιμέντου και χαλαζία ώστε να έχει την απαραίτητη σκλήρυνση για χρήση από αυτοκίνητα ή άλλου είδους οχήματα.

Πίσω